29.7.06

Σκύψε ευλογημένη!






Πιάστηκα να σκύβω!

Ο χρόνος γυρίζει πίσω?

Τι? Πάλι θα σκύβω?

Πολύς κόπος για το τίποτα!

28.7.06

Είμαι καλός, είμαι κακός

Δε χωράει το κορμί μου σ’ έναν έρωτα
Σ’ ένα τόπο δε χωράει η ψυχή μου
Είναι η τύχη, είναι η ράτσα, είναι η μοίρα μου
στο ταξίδι να σκορπάω τη ζωή μου

Στη βροχή και στον αέρα ψάξε να με βρεις
Είμαι γιος της νύχτας, της φωτιάς εγγόνι
Είν’ η μάνα μου βαθιά κι αγιάτρευτη πληγή
κι ο πατέρας μου το πάθος που σκοτώνει

Είμαι καλός, είμαι κακός
Είμαι σκοτάδι, είμαι φως
Είμαι χορός ερωτικός
Κι όταν σ’ αγγίζω γίνομαι άγριος ποταμός


by Αρλέτα & Μανόλη Λυδάκη

25.7.06

H νέα ιδεολογία του πολέμου

Οι μάχες που περιγράφονται στα ομηρικά έπη είναι γεγονότα υψηλής κοινωνικότητας. Οταν οι αντίπαλοι αντικρίζονται, ο αναγνώστης γνωρίζει ήδη την προϊστορία τους ή διαβάζει επί τόπου το βιογραφικό τους. Οι μονομάχοι, πρωτοκλασάτοι ήρωες ή νεαροί ευέλπιδες, είναι γενικώς πολύ κατάφρακτοι και χειρωνακτικά απασχολημένοι για να τα «πουν ένα χεράκι», ωστόσο δείχνουν ετοιμότητα για σύντομα σχόλια ή «σάουντμπαϊτς» ­ περίπου σαν αυτά που φιλοτεχνούσε το ολύμπιο φλέγμα του κ. Μποντ (Τζέιμς Μποντ) σε συνθήκες έσχατης δοκιμασίας. Το σημαντικό είναι ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι αντίπαλοι περίπου «γνωρίζονται».
Αυτή η «γνωριμία» είναι το ένα άκρο. Το άλλο είναι ο γάλλος ΝΑΤΟϊκός που, εν συναγερμώ στα σύνορα Σκοπίων - Κοσσυφοπεδίου, βάζει το δάχτυλο στη σκανδάλη αλλά όχι το χέρι του στη φωτιά αν ρωτηθεί ποιος ακριβώς είναι ο εχθρός του· ή ο άλλος που ξέρει ότι είναι εκεί για να εγγυηθεί την επί γης ειρήνη, αλλά δεν γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες. Ο αμερικανός χειριστής του μαχητικού μπορεί να είναι ακόμη πιο «νυχτωμένος», προφανώς και επειδή η επιχειρησιακή του βάρδια συμπίπτει με το ωράριο του κόμη Δράκουλα ­ και στο άκρο του άκρου, εκείνος ο καπετάνιος του «Στελθ», που πολέμησε αόρατος εναντίον αοράτων, κατεδύθη άγνωστος μεταξύ αγνώστων και ανελήφθη εκ νέου εις τους ουρανούς μετά τρεις ώρας.
Ανάμεσα στις ομηρικές μάχες και στην αμερικανική πολεμική τεχνολογία, η ιδεολογία του πολέμου στον δυτικό κόσμο έχει εμφανίσει ενδιαφέρουσες τροπές. Πολύ πριν από το Φρόιντ, η αρχαιότητα επεξεργάστηκε τη σχέση πολεμικού και ερωτικού ενστίκτου. Οι σχετικές μεταφορές αφθονούν ­ από τα «βέλη» και τα «τόξα» του Ερωτιδέα ως τις πλήρως ανεπτυγμένες «ερωτικές εκστρατείες». Πίσω από το «ροκοκό» και το «μπαρόκ» της σχετικής εικονοπλασίας και ρητορικής, εύκολα διακρίνει κανείς την κοινή αντίληψη ότι ο πόλεμος, όπως ακριβώς και ο έρωτας, είναι έκφραση «πάθους». Αυτός είναι προφανώς ο λόγος που η ποίηση προτιμάει το «ζουμ» σε ζεύγη αντιπάλων στους οποίους αποδίδει περισσότερα ή λιγότερα «ατομικά» χαρακτηριστικά. Ο σπαρτιάτης οπλίτης του Τυρταίου είναι άλκιμος νεανίας ή ώριμος βετεράνος που στήνεται απέναντι στον συγκεκριμένο αντίπαλο· και ο λεγεωνάριος του Οράτιου πρέπει να κοιτάζει κατάματα τον μαυριτανό ή πάρθο αρνητή του ρωμαϊκού «ιμπέριουμ».
Κατά τον Μεσαίωνα, η αντίληψη του πολέμου ως έκφρασης πάθους ενσωματώνεται στις τελετουργίες του ιπποτικού κώδικα και συγκλίνει προς το «σαβουάρ βιβρ» του ρομαντικού έρωτα. Ο ιππότης μάχεται προσηλωμένος στους πολεμικούς κανόνες, όπως ακριβώς διεκδικεί την εκλεκτή του σεβόμενος τις αξιώσεις του αντιζήλου· δείχνει μεγαλοψυχία απέναντι στον ηττημένο της πολεμικής, όσο και της ερωτικής, αναμέτρησης· δέχεται με αξιοπρέπεια και νηφαλιότητα τη δική του ήττα. Το ιπποτικό όραμα της κατάκτησης και της απελευθέρωσης της Ιερουσαλήμ από τους αλλόθρησκους Τούρκους είναι η άλλη όψη του αγώνα για την κατάκτηση της δεσποσύνης. Ο πόλεμος είναι ζήτημα οράματος, πάθους και προσωπικής τιμής.
Οι εκλεπτυσμένες μορφές της αναγεννησιακής αστικής κουλτούρας και οι ορθολογικές τάσεις κατά τον 17ο και 18ο αιώνα περιέστειλαν την ιδεολογία του πολέμου ως πάθους που εμπλέκει το σύνολο της προσωπικότητας. Στο τέλος του 15ου αιώνα οι επαγγελματίες στρατιώτες που υπηρετούσαν τους ιταλούς πρίγκιπες και τον Πάπα, οι condottieri, ήταν περισσότερο διπλωμάτες και έμποροι παρά μαχητές, και προτιμούσαν να εξαγοράζουν τους αντιπάλους παρά να τους πολεμούν. Η εποχή των μισθοφόρων που ήταν ισοβίως μάχιμοι χωρίς να δώσουν ποτέ μάχη τερματίστηκε οριστικά, όπως παρατήρησε ο μεγάλος ιστορικός του πολέμου Ferdinand Foch, με τη Γαλλική Επανάσταση, με την οποία το πάθος «υποτροπίασε», ενώ το ίδιο «εμπαθείς» ήταν οι πόλεμοι που εμπνεύστηκαν από το όραμα του εθνικού κράτους. Οι πόλεμοι της ανεξαρτησίας κατά τον 19ο αιώνα επαναβεβαιώνουν την ιδέα του πολέμου ως πάθους ­ που τώρα πυρακτώνεται μέσα στη συλλογική υψικάμινο του «έθνους». Υστερα ήρθε το Βερντέν.
Η βασική αρχή του πολέμου μέχρι τότε ήταν η εξουδετέρωση της στρατιωτικής ισχύος του αντιπάλου. Στο Βερντέν το 1916 ανακαλύφθηκε ο «ολικός» πόλεμος, όπου οι στόχοι της επίθεσης δεν ήταν μόνο στρατιωτικές εγκαταστάσεις αλλά και εργοστάσια παραγωγής πολεμικού υλικού· όχι μόνο οι πολεμιστές αλλά και ο πληθυσμός των πολιτών που θα μπορούσε να γεννήσει στρατιώτες· όχι μόνο η στρατιωτική μηχανή αλλά και ο ανθρώπινος ιστός ενός ολόκληρου έθνους. Οι Γερμανοί μίλησαν για τη «Μάχη του Πολεμικού Υλικού» (Materialschlacht), σηματοδοτώντας την έκθλιψη του ανθρώπινου υποκειμένου από το τεχνολογικό αντικείμενο και τη μετάβαση από τον πόλεμο ως δράμα και πάθος στον πόλεμο ως τεχνολογική δοκιμή και παγκόσμια έκθεση πολεμικής βιομηχανίας. Οι γερμανικές «Βέρθες» σφυροκόπησαν το Παρίσι από απόσταση 130 χιλιομέτρων και εγκαινίασαν την εξ αποστάσεως μαζική καταστροφή σε ένα πολεμικό παιχνίδι που έμελλε να έχει «λαμπρή» συνέχεια. Ο «απανθρωπισμός» και η «εκμηχάνιση» του πολέμου, όπως έχει επισημανθεί από πολλούς, εξουδετέρωσε οποιαδήποτε έννοια «πάθους». Δεκατρείς γερμανοί γιατροί εξέδωσαν το 1930 μια δίτομη ηθογραφία του Μεγάλου Πολέμου, όπου διεκτραγωδούσαν με στατιστική ακρίβεια τη διάχυτη ερωτική ακηδία και ανικανότητα των πρωταγωνιστών του.
Είναι προφανές ότι ο πόλεμος ως πάθος ακμάζει στις «τζιχάντ» της υφηλίου, στα βουνά του Κουρδιστάν και στο εθνοτικό σφαγείο του Κοσσυφοπεδίου. Είναι όμως εξίσου προφανές ότι οι «Τόμαχοκ» και τα «Στελθ» δεν εμφορούνται από αυτό το πάθος. Δεν υπάρχει λόγος να επαναλάβουμε εδώ μια από τις δεκάδες εικασίες που έγιναν για τους πραγματικούς λόγους που τα ενεργοποίησαν. Αλλά λίγοι από μας μπορούν να αντισταθούν στη μελαγχολική υποψία ότι αυτή η «ανθρωπιστική» επιχείρηση δεν έχει τόσο σχέση με το «δράμα και το πάθος του πολέμου», το οποίο μπορεί να αποδοκιμάζαμε αλλά τουλάχιστον θα καταλαβαίναμε περισσότερο, όσο με τη «Μάχη του Πολεμικού Υλικού» και την παγκόσμια έκθεση πολεμικής βιομηχανίας. Μπορεί η υποψία να είναι άστοχη, αλλά εν τω μεταξύ στα υπερατλαντικά μετόπισθεν συμβαίνουν πράγματα που θα ήταν γελοία αν δεν ήταν τόσο τραγικά. Ο Μπιλ Κλίντον δανείστηκε ένα χάρτη από το διπλανό Δημοτικό για να μυήσει τους «εμπόλεμους» πολίτες του στα μυστήρια της βαλκανικής ανθρωπογεωγραφίας. Οι περισσότεροι πρέπει να εμπεδώσουν ότι η Ελλάδα είναι κοντά στη Myconos, και ότι το Κοσσυφοπέδιο πέφτει μία σπιθαμή πιο πάνω («μάλλον δεν πρέπει να πάμε στη Myconos το καλοκαίρι, honey!»). Αυτό ανοίγει καινούργιο κεφάλαιο στην ιδεολογία του πολέμου. Πρέπει να καταγραφεί, όπως και το άλλο: ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, λέει, έχει πυροδοτήσει μια σειρά από «chat shows» στα αμερικανικά τηλεοπτικά κανάλια. Οπως λέμε «Μπράβο, καλώς ήρθατε!».
Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής

21.7.06

Φτάσε όπου ΔΕΝ μπορείς

-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ μου μιαν προσταγή. Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περιχύθηκε η φλόγα.
-Φτάσε όπου μπορείς παιδί μου...
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σα να βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης. Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να τα πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεγμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
-Φτάσε όπου ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ παιδί μου !...

"Η ποίηση είναι εχθρός του πολέμου"

Η παραίνεση του έμπειρου

Αν σκάψεις βαθιά στην ψυχή μου θ’ ανακαλύψεις τον πόλεμο.
Έχει κι αυτός τους εχθρούς του και κρύβεται , αποκοιμιέται περιμένοντας.
Αν δεν ήταν η άνοιξη, τα οπωροφόρα δέντρα, οι λευκοί κρίνοι, της καρδιάς το σκίρτημα, το έκπαγλο φως θα ζούσε πολύ στην επιφάνεια. Η ποίηση είναι εχθρός του πολέμου. Εμάς τους δύο που βαδίζουμε χεροπιασμένοι φοβάται ο πόλεμος. Γι’ αυτό μη λύνεται ποτέ τα χέρια, μη περιφρονείτε τα πουλιά., κάθε μέρα στους κήπους.
Να κοιτάτε τον ήλιο στα μάτια. Μακριά απ’ τους ρήτορες. Ακούτε καλύτερα των ρυακιών του ψιθύρους.


Κρίτων Αθανασούλης

20.7.06

"Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ"

Νέοι της Σιδώνος, 1970

Κανονικά δε πρέπει να ‘χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα.
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό-κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο-δυο, τρεις-τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;

Μανόλης Αναγνωστάκης

16.7.06

Σκέψου .. κι εσύ να λείπεις

"Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις,

να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις,

να 'ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,

και συ να λείπεις, οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις,

ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό, πολλές σημαίες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια,

και συ να λείπεις, κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει- η κάμαρα να 'ναι σκοτεινή,

δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις,

σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,

δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ' το χώμα,

και τα κουμπιά του σακακιού σου ν' αντέχουν πιότερο από σένα

κάτου απ' το χώμα κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει,

όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θα 'χει λιώσει".

-------------- "Να λείπεις- δεν είναι τίποτα να λείπεις.

Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,

θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα που γι' αυτά έχεις λείψει,

θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλο τον κόσμο".

Γιάννης Ρίτσος

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν

Τελευταίος Σταθμός

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη,
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι,
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι και από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις την καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία,
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ' τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ' αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ΄λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους,
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο,
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν,
σαν έρθει ο θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι,
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες στ' αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμαλώτου τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε ν ατην αλλάξεις, δεν μπορείς.
Ίσως και να 'θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν,
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες και λεύγες,
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α' σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει,
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας. "Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.

Γιώργος Σεφέρης

Ανοργασμικό .. καλοκαίρι

Περί άλλων δαιμονίων
Δεν καταλαβαίνω γιατί το καλοκαίρι είναι ερωτική εποχή. Πες με εγκεφαλική γκόμενα, πες με ξενέρωτη, my darling, I don’t give a damn. Προσωπικά ένα έχω να δηλώσω. Το καλοκαίρι δεν μου έχει γυαλίσει ποτέ κανένας. Μα ποτέ. Πλάκες μπορεί να έχω κάνει για το fun της υπόθεσης, από ορμονικές διαταραχές, από αντίδραση σε κάποιον γκόμενο που με έφτυσε και δυστυχώς δεν θα είναι εκεί για να ζηλέψει (ευσεβείς πόθοι) ή κάτι άλλο αντίστοιχου συγκινητικού εκτοπίσματος, μα να ξενυχτάω στη σκέψη του άλλου που γνώρισα στην παραλία π.χ.…nonono. Jamais! Γιατί; Γιατί υποθέτω ότι –όπως πολλές εκπρόσωποι του φύλου μου- πρώτα «κουρδίζονται» εγκεφαλικώς. Και το καλοκαίρι εγώ δεν κουρδίζομαι εγκεφαλικώς, τι να κάνομεν; Τουλάχιστον δεν μου έχει τύχει ως τώρα, γιατί ποτέ μην πεις ποτέ που λέει. Μα πώς να κουρδιστώ άλλωστε; Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο στη φάση. Κάτι ότι τα σώματα είναι τόσο εκτεθειμένα που σκανάρεις καθετί εκτεθειμένο (και μη) σε dt, κάτι ότι λόγω αυτού η κουβέντα έρχεται μετά και ακούγεται αστεία κάτω από τον ανελέητο ήλιο του μεσημεριού (να κάθεσαι στην παραλία και να μιλάς για κάτι που έχει να κάνει με το υπόλοιπο 96% της ζωής σου ας πούμε), δεν μου πάει το sport. Για τα περί μυστηρίου δε, έχω ακούσει πολλούς να μιλάνε για κάτι του τύπου «ο μυστηριώδης άγνωστος» που την είχε αράξει στην απέναντι καρέκλα του beach bar με μια μπύρα στο χέρι και δεν καταλαβαίνω γιατί το να μην ξέρεις την καθημερινότητα κάποιου ισοδυναμεί με γοητευτικό μυστήριο.
Επειδή όμως περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, θα κλείσω με ένα ερωτικό countdown των εποχών, δικής μου έμπνευσης:
1. φθινόπωρο
2. χειμώνας
3. άνοιξη (με μικρή διαφορά ως εδώ)
4. καλοκαίρι(τελευταίο και καταϊδρωμένο)
ΥΓ: Στους 30φεύγα βαθμούς υπό σκιάν όμως, μπορεί να μη φαντασιώνομαι την απέναντι τριχωτή αρίδα, μα πετάω τη σκιούφια μου για ένα δίωρο session βουτιών από βραχάκια στην εκτυφλωτική μπλε επιφάνεια.

Από την Κλαούντια του Μισέλ Φάϊς

Το λουλούδι της κανέλλας ... απόσπασμα

"Η κλειστή πόρτα της οδού Λεβή
Παίρνουμε πρωινό σε μιαν ήσυχη αίθουσα στο υπόγειο του ξενοδοχείου. Στην είσοδό της στέκονται δύο καλογυαλισμένες πανοπλίες ιπποτών σε φυσικό μέγεθος. Περήφανα κρατούν ασημένια ακόντια κι είναι βέβαια άδειες όπως και όλο το εντυπωσιακό κέλυφος του Τολέδου. Ο καφές που σερβίρουμε στον εαυτό μας είναι ζεστός και καλός, τo ίδιο και τα αχνιστά ψωμάκια με τη ζάχαρη στην κορυφή, τα κρουασάν και τα μπισκότα με στρώση σοκολάτας.
Ό Γ. προτιμά πάντα τις πιο απλές τροφές. Τα φρούτα, το γιαούρτι, το σκέτο τσάϊ. Τον ζηλεύω που έχει τόσο υγιεινά γούστα. Αν είναι αλήθεια πώς είμαστε ό,τι τρώμε, εγώ σύντομα θά πρέπει νά γεμίσω αρρώστιες. Όταν ταξιδεύεις, τα πρωινά στα εστιατόρια των ξενοδοχείων είναι γεμάτα χαρούμενη ενεργητικότητα. Τρως δίχως ενοχές το πλούσιο πρόγευμα των Δυτικοευρωπαίων καί σχεδιάζεις τη μέρα σου έχοντας απλώσει στο τραπέζι χάρτες και οδηγούς.
H πρώτη φορά που από μακριά αντικρύσαμε το Τολέδο, ήταν εκείνο τό απριλιάτικο ηλιοβασίλεμα του '89. Όταν τρέχαμε τη δημοσιά απ' τή Σεβίλλη στή Μαδρίτη.

Εβδομήντα περίπου χιλιόμετρα πριν μπούμε στις νοτιοδυτικές γειτονιές της Μαδρίτης κι ο ουρανός αριστερά μας αποτελείωνε την τσακισμένη μέρα και τη σαβάνωνε με μυστήρια βαθύχρωμη πορφύρα.
Κάτω απ' την πορφύρα εκείνης της εκπληκτικής δύσης, ο αγέρωχος βράχος του Τολέδου σηκωνόταν σαν πέτρινο άνθος. Σαν γρανιτένιο πρόπλασμα μυστικής πολιτείας Ιπποτών μέ φόντο το κόκκινο του χυμένου αίματος. Σκιές κάστρων, τρούλων, πύργων και καμπαναριών.
Αν τό κόκκινο της Σεβίλλης είναι από το αίμα του ερωτικού πάθους αναμμένο, το κόκκινο του Τολέδου έχει χυθεί απ' τις άγριες μάχες για τον Θεό. Με τον Θεό ίσως. Έρωτας και θεοφοβία. Οι δυο βίαιοι άνεμοι της Ισπανίας που παραδέρνουν στις παράφορες καρδιές και τις προσανατολίζουν στην ακόρεστη δίψα του θανάτου.
H χρονολογία της ίδρυσης του φεύγει τόσο παλιά που δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί, κι ένας αρχαίος θρύλος διηγείται πως ο Αδάμ υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς του. Με το όνομα Τολέτουμ το γνώριζαν ήδη οι Ρωμαίοι και το αναφέρει ακριβώς έτσι ο Τίτος Λίβιος.
Οι Άραβες του επετέθηκαν με μανία, το κατέκτησαν και με πείσμα το κράτησαν δικό τους επί αιώνες. Για τριακόσια περίπου χρόνια υπαγόταν στο Εμψάτο της Κόρδοβα.
Ο Αλφόνσος ΣΤ' το ανακατέλαβε στα 1085 και το έκανε προμαχώνα των Χριστιανών βασιλέων εναντίον των Μαυριτανών.
Το 1485 η Ιερά Εξέταση που κατείχε ακλόνητη την εξουσία στην Ισπανία, άναψε στις πλατείες του Τολέδου τις πρώτες πυρές και αποτέφρωνε τους αιρετικούς.
Για ένα σχετικά σύντομο διάστημα υπήρξε η πρωτεύουσα ολόκληρης της μυστικοπαθους χώρας μέχρι τό 1560 που ο Φίλιππος Β' έστεψε γιά πρωτεύουσα του τη Μαδρίτη.
Και είμαστε πάλι, φέτο, εδώ.
Τέσσερα ακριβώς χρόνια μετά, στην καρδιά του Τολέδου, δίπλα στο ξακουστό Αλκαζάρ. Πίνουμε τις τελευταίες γουλιές του καφέ κι έξω απ' τα παράθυρα, βγαλμένη ολάκερη απ' τα σπλάγχνα του Μεσαίωνα, ανέγγιχτη απ' αυτό που αλλού λέμε «αξιοποίηση» ή «πολιτισμό», ξεδιπλώνεται η σεβάσμια πόλη που δέν επέτρεψε να της ακουμπήσει το πρόσωπο άλλος κανείς εκτός από τον χρόνο και τους ανέμους.
Οι περιστροφικοί στενοί δρόμοι, οι κλειστές καγκελόπορτες των πάτιο, τα ερειπωμένα σπίτια, οι εκκλησιές, τα αυστηρά αρχοντικά, τα μοναστήρια, οι εβραϊκές συναγωγές, τα τζαμιά, μας περιστοιχίζουν και μας τραβούν να βγούμε έξω στο φως της καινούργιας μέρας.
Καθυστερούμε και παρατείνουμε την ίδια την αδημονία μας. Καθυστερούμε με τη νωθρή καλοτυχία εκείνων που έχουν καιρό μπροστά τους, καιρό μπόλικο και εύπλαστο στά δάχτυλα της θέλησης και της τύχης.
Ο φετινός όμως Απρίλης δεν είναι ακόμα ζεστός, δεν είναι κόκκινος. Δεύτερη μέρα σήμερα εδώ και τα χρώματα συνεχίζουν να είναι χρώματα φθινοπωρινά. Γκρίζα, γαλανά, χλωμά. Ο ήλιος παρουσιάζεται και πάλι κρύβεται, κι όταν παρουσιάζεται έχει το αχνό κίτρινο του διαλυμένου κρόκου.
Κι η άνοιξη κρύβεται. Κρυμμένη κάπου στέλνει λίγους ευαγγελισμούς και ισχνά μηνύματα με το ξαφνικό τίναγμα κάποιων χελιδονιών ή με το μακάριο γουργουρητό άφαντων περιστεριών στα κεραμίδια.
Βγαίνουμε έξω και περπατούμε ξανά την χθεσινοβραδινή διαδρομή, όσο γίνεται πιο πιστά μια κι ο λαβύρινθος των στενών δρόμων δεν αστειεύεται.
Είναι πρωί κι έχει κρύο.
Η κίνηση στους δρόμους αρκετή αλλά οι τουρίστες, ευτυχώς για μας, λίγοι. Οι τουρίστες αποχρωματίζουν τους τόπους. Σκορπίζουν γύρω τους μιαν ανώνυμη ρηχότητα, μετεωριζόμενα χνούδια που ξεριζώθηκαν, που έχασαν κάθε συνοχή και ζαλίστηκαν. Οι περισσότεροι μοιάζουν νa αγχώνονται νa φωτογραφίσουν μιa copa αρχίτερα τα πάντα. Θα τα παρατηρήσουν αργότερα, στο σπίτι τους, κοιτώντας τις φωτογραφίες. Σμικρυμένα και επίπεδα κάτω απ' τη ζελατίνη των άλμπουμ.
Σήμερα όμως οι τουρίστες στο Τολέδο είναι λίγοι. Το Καθολικό Πάσχα γιορτάσθηκε μιαν εβδομάδα πιό πριν κι έτσι οι ταξιδιώτες των διακοπών έχουν επιστρέψει στα σπίτια τους και στις δουλειές τους.
Φτάνουμε πάλι στην εκκλησία του Σάντο Τομέ. χτισμένη τον 14ο αιώνα, λίγα βήματα πιό πέρα απ' το σπίτι του Γκρέκο. Η εκκλησία δεν λειτουργεί πια. Υπάρχει για να στεγάζει ένα απ' τα μεγαλύτερα θαύματα της τέχνης στη γη: Την ταφή του Κόμη Όργκάθ. Καλύτερα να σταματήσουμε πρώτα εδώ κι ύστερα να πάμε να δρασκελίσουμε το κατώφλι του σπιτιού του. Καλύτερα να βαφτιστούμε πρώτα στο μυστήριο που φυλάσσει ο Άγιος Θωμάς. Να προγευθούμε εκείνο που ό ίδιος ο ζωγράφος επιτρέπει να φανερωθεί κι ύστερα να διαβούμε το κατώφλι για τον αφανέρωτο χώρο της ιδιωτικής ζωής του.
Οι επισκέπτες μέσα στον Άγιο Θωμά είναι λιγοστοί. Ακίνητοι και άφωνοι.
Αν το καλοσκεφτείς, είναι ελάχιστες οι στιγμές που καταφέρνει κανείς να μένει ακίνητος όταν δεν κοιμάται. Όμως οι επισκέπτες εδώ δεν κινούνται καθόλου. Πιο φανερά ανασαίνουν τα πρόσωπα του πίνακα παρά αυτοί. Όπως στον ύπνο, ξεχνούν τον εαυτό τους, τον εγκαταλείπουν πάνω στο όραμα του απέναντι τοίχου. Τους φεύγει. Σαν σκιές στέκονται μπροστά του.
Μπορείς να προχωρήσεις ελεύθερα, να πλησιάσεις το έργο, να πάρεις την ανάσα που ξαφνικά ζητάει η καρδιά σου, να κάτσεις κοντά του ώρα πολλή.
Για να μαζέψεις τις δυνάμεις της ψυχής και της νόησης, για ν' αποδιώξεις-τον θόρυβο που μάταια φορτώθηκες, για να ξαναρχίσεις. Ν' απλωθείς, να βαθύνεις, να χωρέσεις αυτό που σήμερα το πρωΐ σου αποκαλύπτεται.
Δεν γίνεται να πραγματοποιηθούν τέτοιες φιλοδοξίες που μονομιάς σε πλημμύρισαν. Όσο κι αν αγωνίζεσαι ν' απορροφήσεις αυτό που κοιτάς, απορροφιέσαι εσύ από κείνο. Λίγο λίγο, σταγόνα σταγόνα. Θα δείχνουμε χλωμοί στο τέλος φαντάζομαι.
Απέναντι μας, στον φωτισμένο τοίχο, ο πίνακας του Όργκάθ. Γιγάντιο άνθος που έσκασε, άνοιξε πέταλα καί φανερώνεται η ιδέα ιδιοφυούς νου, ο ανασασμός ψυχής περίπλοκης, κατασταλαγμένης όμως. Κι από παντού, σαν πέπλο, σαν αχλύ, σαν από πηγή φωτός ανεξάρτητη απ' τον ζωγράφο, η ανταύγεια του Πνεύματος του ζωοποιού που κινεί τους ανθρώπους καί τ' αληθινά έργα τους και τα κάνει ν' ανυψώνονται πάνω απ' τα υλικά τους.
Πρόκειται για πίνακα μεγάλου σχήματος. Έχει διαστάσεις, 4,80 μ. επί 3,60 μ. κι ολοκληρώθηκε λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1586, εποχή ωριμότητας του Θεοτοκόπουλου.
Αναπαριστά τον ενταφιασμό του ήρωα Όργκάθ την ώρα που η πενθούσα συντροφιά των ευγενών Τολεδιάνων βλέπει έκπληκτη να συμβαίνει μπροστά της ένα θαύμα: Εμφανίζονται κατά την ταφή στη γη ό Άγιος Στέφανος κι ό Άγιος Αυγουστίνος επιθυμώντας νά τιμήσουν τον ενάρετο νεκρό. Με στοργή σκύβουν κι ανασηκώνουν το πεσμένο του κορμί ενώ πάνω απ' τα κεφάλια και τις λαμπάδες ανοίγει ο ουρανός.
Άγγελοι κι άγιοι γύρω απ' τον Χριστό Παντοκράτορα παρακολουθούν τη λυτρωμένη ψυχή του Οργκάθ να παίρνει τη θέση της ανάμεσά τους.
Στην ορθόδοξη ανατολική εικονογραφία, η ψυχή παρουσιάζεται σαν βρέφος. Γι' αυτό κι εδώ ένας βιαστικός άγγελος σέρνοντας τήν, σαν σπάθα, μακριά φτερούγα του, με ορμητική κίνηση ανυψώνεται κρατώντας προσεχτικά στην αγκαλιά του την ελευθερωμένη ψυχή σαν νεογέννητο.
Θανάτω θάνατον πατήσας κι η ζωή αποδεικνύει τις αιώνιες δυνατότητες της.
Τούτο το έργο θεολογεί. Μιλάει για τη φύση του ανθρώπου, για τη φύση του θείου και, το σπουδαιότερο, ερμηνεύει τον θάνατο. Τα επίπεδα του βίου, το πέρασμα στον ουρανό, η κλίμαξ, οι πρεσβείες της Θεοτόκου, το πάθος, ο θρήνος, η δόξα.
Σπάνια ένα καλλιτέχνημα διδάσκει τόσο λεπταίσθητα την πίστη του δημιουργού του. Χωρίς κήρυγμα, δίχως απλοϊκές επεξηγήσεις, δίχως κραυγές και δάκρυα, πολύ μακριά από τον εύκολο υπερσυναισθηματισμό της δυτικής θρησκευτικής τέχνης.
Εμφανίζεται σαν ρεαλιστικό απόσπασμα ζωής αληθινής και ατέρμονης όπου ένα μαχαίρι τέμνει τη φλούδα των γεγονότων για να μπορείς να ατενίζεις από κάτω τα ορατά και τα αόρατα να γίνονται ένα. Την κίνηση του αιώνα να καθηλώνεται για ν' ανατείλει η αιωνιότητα. Τα δύσκολα να γίνονται απλά, τ' ακατανόητα κατανοητά, τ' ανέλπιστα να πραγματώνονται μπροστά στα μάτια σου.
Οι θνητοί, οι άγιοι κι οι άγγελοι δεν διαφέρουν στη μορφή. Ο σπόρος του αγίου, ο σπόρος του αγγέλου πρέπει να εμφωλεύουν κάτω απ' τις μαύρες σφιχτές στολές των ευγενών, στις καρδιές των θνητών τούτου του φευγαλέου κόσμου. Όλοι τους, οι κάτω και οι πάνω, είναι άνθη που άνθισαν από το ίδιο σκληρό χώμα κι ανάλογα με το ύψος της ψυχής η σάρκα γίνεται όλο καί πιό διάφανη στο άχτιστο φως που από ψηλά ρέει.
Πάνω από τα επίγεια εμφανίζεται η ουσία του Ουρανού. Σε μάζες από κινούμενα σύννεφα ανθίζει εκτυφλωτική η Δόξα τού Θεού, η Γκλόρια. Ανθίζει ο κόσμος των αγίων, των αγγέλων, των ψυχών και, στην κορυφή, τυλιγμένος σε πάλλευκο ύφασμα, σε πάλλευκο που τόσο δύσκολα ζωγραφίζεται, ο μελαχροινός Χριστός του Θεοτοκόπουλου απλώνει τά χέρια • προς τους πενθούντες, τους κοπιώντες, τους διψώντες για δικαιοσύνη. Όλα τώρα τα αβάσταχτα της ζωής αλαφρώνουν, όλα τα παράλογα βρίσκουν τον λόγο τους, όλα τα παρανοϊκά ισορροπούν.
Η Δόξα του Πνεύματος σώζει τον κόσμο.
«Δίχως την Γκλόρια», γράφει ό Μπαρρές, «Τό έργο τούτο θα ήταν μια Ιωάννα της Λωραίνης χωρίς τις εξ ουρανού φωνές της».
Όχι, ο θάνατος δεν είναι τέλος ζωής, δεν είναι επίφαση ματαιότητας, δεν είναι ύβρις και αφανισμός. Είναι το επιστέγασμα, η απονομή δικαιοσύνης, το κλείσιμο ενός τέλειου κύκλου.
Ο νεκρός κόμης λυγίζει κι ακουμπά μ' εμπιστοσύνη σε χέρια πονετικών άγιων, κάτω απ' το στοργικό βλέμμα συντρόφων. Το πρόσωπό του, άδειο πια από αίμα ζωής, παίρνει τη χλωμάδα που απλώνει το γαλάζιο φώς μιας παγωμένης σελήνης.
Οδηγείται στον τάφο σφιχτοδεμένος την σιδερένια στολή του ιππότη. Πολεμιστής στη ζωή και στον θάνατο. Το επιτάσσει ο ιερός νόμος της Ισπανίας, της Κρήτης πιο πίσω. Το χρέος.
Ούτε λουλούδια, ούτε μώβ πέπλα, ούτε διάκοσμος νεκρικός. Δεν υπάρχουν καν γυναίκες μήπως κι ο ακράτητος θρήνος τους εκτρέψει προς τον συναισθηματισμό εκείνο που το έργο θέλει να περισώσει: Ένα πυκνό, βουβό πάθος. Την φλεγόμενη πνευματικότητα που μονάχα ένα κλειστό αντρικό τάγμα μπορεί να ασκήσει. Το ασκητικό ιδεώδες που πυρπολούσε τον Γκρέκο δεν τον άφησε να γαληνέψει ποτέ σε δόξα και σε πλούτη.
Εδώ η οδύνη είναι τόσο βαθειά που μένει άφωνη. Δεν ξεθυμαίνει, αργά λιώνει τα μάγουλα, τα μέτωπα που έχουν το χρώμα και την ύλη του κεριού.
Ό,τι περισσότερο μαγνητίζει με τη δύναμη του σε τούτο το απέραντο γεγονός είναι ο αμίλητος κύκλος των αρχόντων του Τολέδου, το ύφος με το οποίο αντιμετωπίζουν όσα οριακά συμβαίνουν μπροστά τους.
Είναι ασφαλώς τό ίδιο τό ύφος του ζωγράφου τους, η εσωτερική του στάση, η πνευματική θέση του απέναντι στον θάνατο καα στο μετά τον θάνατο.
Άν είναι έτσι όπως γράφουν οι πατέρες της Εκκλησίας μας, πως η βασιλεία του Θεού «κλέπτεται» από τους εραστές της αιωνιότητας, με τούτη εδώ τη ζωγραφική εκείνος άπλωσε με τόλμη το χέρι στον Παράδεισο.
Ολοκλήρωσε την εσώτατη και πειστικότατη αναφορά του για όσα αντίκρυσε τις στιγμές της έκστασης. Για το ίδιο το μυστικό της ζωής όπως κατόρθωσε με προσευχή και με τέχνη να αποσπάσει.
Μυημένος στα μυστήρια της βυζαντινής αγιογραφίας στην Κρήτη, θα νήστευε πιθανόν και επί μέρες θα προσευχόταν προτού πιάσει το πινέλο στα χέρια του. Γιατί οι ορθόδοξοι αγιογράφοι θεωρούν πως το έργο που τελικά θα δημιουργηθεί στο τελάρο τους, στον τοίχο, στο χαρτί ή στο σανίδι τους είναι έργο θεόσταλτο. Ο εμπνευσμένος καλλιτέχνης στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ο δέκτης πνοής θείας, δανείζει το χέρι του για μια δημιουργία που δεν του ανήκει. Γι' αυτόν το λόγο και θα υπογράψει, «χείρ Νικόδημου εποίει» ή «χείρ Θεοφάνους εποίει» ή «χείρ Δομήνικου εποίει» όπως εχάραξε κάτω από ορισμένα έργα του κι εκείνος.
Οι μορφές των ευγενών της πόλης που πενθούν τον νεκρό Οργκάθ είναι μορφές περισυλλογής. Avδύονται μέσα από τον δαντελένιο ισπανικό γιακά σαν από ανοιγμένες καμέλιες. Ατενίζουν με γνώση και επίγνωση. Τα ωραία μακριά τους δάχτυλα σχολιάζουν σεμνά. Η φροντισμένη κομψότητα τους καμιά επίδειξη δεν κρύβει. Από ευπρέπεια και σεβασμό είναι καλοντυμένοι.
Η σοβαρότητα κι η πίστη τους υφαίνουν κλοιό ασφαλείας γύρω απ' το φοβερό μυστήριο και πείθουν ακόμα περισσότερο για την πραγματικότητα του εξωπραγματικού.
Οι ίδιοι αποδέχονται τό θαύμα με συγκρατημένη ανατριχίλα μια κι η αναμονή θαύματος είναι ζυμωμένη με την χριστιανική τους παιδεία. Αναρριγούν αλλά δεν απορούν. Πρόκειται για άντρες εκπαιδευμένους στα όπλα της ζωής, του θανάτου, και του θαύματος που τα συνδέει. Δεν θαυμάζουν υστερικά, δεν διατυμπανίζουν αισθήματα. Παραστέκουν σεμνοί μάρτυρες του συνταρακτικού, φορείς ήθους ακλόνητου αλλά ευφυούς, σταθερού αλλά καί ευλύγιστου. Με αρετή και με τόλμη παραστέκουν. Με αρετή που προσκαλεί το θείο να φανερωθεί και με τόλμη να πιστέψουν εκείνα που είναι απίστευτα για τον μέτριο νου.
Έχουν εντέλει τα πρόσωπα που αξίζουν σε μιαν αξιοπρεπή, καλότυχη πολιτεία: αρχόντων ικανών να εμπνεύσουν αξίες ηθικές στους συμπολίτες τους.
Κι εκεί, στ' αριστερά, ανάμεσα στις ευγενικές κεφαλές, ο μόνος που ξεφεύγει απ' την γενική κίνηση και μας κοιτάζει κατάματα, είναι εκείνος που θεωρείται ως η πιθανότερη αυτοπροσωπογραφία του Γκρέκο.
Μας κοιτάζει πίσω απ' τον χαμένο καιρό. Πάντοτε παρών. Ήδη απόμακρος από τα συμβάντα που ιστορεί, ελευθερωμένος από τον ιστορικό χρόνο, ανέγγιχτος απ' τους τέσσερις αιώνες αυταπάτης, μόχθου, λήθης και ματαιότητας που σαν άμμος θα πέσουν ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Ανάμεσα στην ώρα που με ψιλό πινέλο χρωμάτισε τούτο το δυνατό κρητικό βλέμμα και στην ώρα που σήμερα, Μεγάλη Τετάρτη, ήρθαμε ως εδώ και σταθήκαμε αντίκρυ του.
Φύγαμε.
Βγήκαμε εξω.
Προχωρήσαμε στα δρομάκια της εβραϊκής συνοικίας, ψάξαμε ξανά για την πόρτα του σπιτιού του.
Όμως η θύρα της οδού Σαμουέλ Λεβή ήταν και σήμερα κλειστή. Με ανυπομονησία, με ανομολόγητη ανησυχία, αρχίσαμε να τριγυρνάμε το μεγάλο οίκημα. Με πείσμα ψάχναμε για μιαν ανοιχτή είσοδο, ένα άνοιγμα, ένα παραπόρτι, μια τρύπα. Ο ψηλός μαντρότοιχος μας αντιστεκόταν από παντού. Τίποτα!
Η παχιά Σπανιόλα στη γειτονιά, που όπως όπως ρωτήσαμε, αποκρίθηκε μ' ένα χείμαρρο τραγουδιστών συλλαβών και δεν καταλάβαμε λέξη.
Επιτέλους, ένα κορίτσι στο τουριστικό κατάστημα της γωνίας ξέρει αγγλικά. Μας εξηγεί πως το σπίτι του Γκρέκο είναι κλειστό και θα παραμείνει κλειστό για επισκευή επί δύο ακόμα μήνες. Χθες το πρωΐ ήταν η τελευταία φορά που άνοιξε για τους επισκέπτες.
Πάλι στο σκιερό δρομάκι της οδού Λεβή.
Μπαλώματα ήλιου και βαριάς σκιάς, σκληροί παλιωμένοι τοίχοι. Σιωπή και γαλήνη σαν ειρωνεία βουβή.

Η πόρτα πάντα κλειστή.
Μια μικρή επιγραφή στερεωμένη πάνω απ' την κλειδαριά και που δεν την είχαμε προσέξει, εξηγεί όσα ακριβώς είπε η κοπέλα πριν και ζητάει συγνώμη απ' τους επισκέπτες.
Κάποιος ηλικιωμένος Γάλλος στέκεται πλάι μας κι αφήνει τα χέρια του να πέσουν με απόγνωση. «Τόσα μίλια ταξίδι για να φτάσουμε μπροστά σ' αυτό!...» κάνει..
Στεκόμαστε άφωνοι να κοιτούμε την κλειστή πόρτα. Προσπαθούμε να το καταλάβουμε. Δεν θέλω να το πιστέψω. Τη σπρώχνω μήπως κι είναι λαθεμένες οι πληροφορίες της κοπέλας, μήπως λάθος τα γράψανε στην επιγραφή, μήπως ξεχάσανε να τραβήξουν τον σύρτη από πίσω.
H πόρτα δεν υποχωρεί.


Σημείωση 14 Δεκεμβρίου 2005
Μάρω Βαμβουνάκη

11.7.06

Στο βάθος δεν βρισκόταν ένας άνθρωπος να του μοιάζει. Και σ' αυτό μοιάζαμε ...


"Όχι σαν τους άλλους. Μοναδικός ακόμη και στον τρόπο που μοίραζε αγάπες κι εχθρότητες στον ίδιο υπερθετικό. Από ευγενές κοίτασμα ο ίδιος, ούτε που του πέρασε ποτέ απ' το νου πως ένας διαφορετικός τρόπος ζωής μπορούσε να υπάρξει. Στις δύσκολες στιγμές που συνέπεσε να περάσουμε του εστάθηκα μία φορά και μου εστάθηκε δέκα. Τέτοιας καρδιάς μόνον οι άνθρωποι των άκρων γίνονται, και ήταν των άκρων.
Γι' αυτό και, πάνω στη φόρα που έπαιρνε για να κυριαρχήσει στα πράγματα, κόπηκε πολλές φορές μέχρις αίματος, και πάνω στο μέταλλο, και πάνω στο κρύσταλλο, που ενίοτε και κατά καιρούς ήμασταν εμείς οι άλλοι. Πολλές φορές έδειχνε πως ήξερε να φιλιώνει με τον εχθρό και ν' αντιμάχεται το φίλο του, να χάνει γενναιόδωρα, και ας είναι καλά η ζημία. Το θέμα γι' αυτόν ήταν να διευθετεί σωστά τον κίνδυνο και να αδιαφορεί για τις εκάστοτε προκλήσεις των καιρών.
Στο βάθος δεν βρισκόταν ένας άνθρωπος που να του μοιάζει. Και σ'αυτό μοιάζαμε ..."

Σεφέρης

3.7.06

Κάποτε παίζουμε την αγάπη ....


Σημαδεμένες χρονολογίες
σα βιβλία βιβλιοθήκης πολυσύχναστης
Κι ήτανε πάντα πίσω από τη θύμηση
οι γκρεμισμένες αψίδες του καλοκαιριού.
Κάποτε παίζουμε την αγάπη
και τότε αλήθεια νιώθουμε ανυπέρβλητα αγνοί
-Μια γεύση φιλιού πάνω στην παιδική σου επιδερμίδα-
Παίζουμε τη φυγή την ανεπίτρεπτη
πίσω από χάρτινες κουρελιασμένες πανοπλίες
Παίζουμε την οδύνη μέσα σε δυο πακέτα τσιγάρα ολοκαίνουρια
Την εγκαρτέρηση μιας νόησης σε δυο σκοινιά
τεντωμένα στη χειμωνιάτικη βεράντα.
Άλλοτε πάλι αυτοί οι άνθρωποι ερωτεύονται παράξενα πολύ
Ανιχνεύουνε τη συμφορά μέσα στην πιο ευτυχισμένη τους ένταση
Πουλούνε την ηδονή τους για τις ασήμαντες
διανοητικές τους αναμνήσεις
Αποσυνθέτουνε την παρουσία τους σε πολλαπλές αποχρώσεις.
Μέσα σε τόσες εναντιότητες πολιορκήσαμε την κλεμμένη μας άγνοια
Δε μάθαμε, ήταν αλήθεια, καμιά ποτέ μας προσευχή,
το μεγαλείο της ταπείνωσης
Δε σηκωθήκαμε μια Αυγή με την υπόσχεση της ακριβής υποταγής

Μανόλης Αναγνωστάκης